Όταν το νερό παύει να αντιμετωπίζεται ως κοινό αγαθό και μετατρέπεται σε τεχνικό «πρόβλημα» προς διαχείριση από εργολάβους, τότε δεν μιλάμε απλώς για ένα σχέδιο υποδομών. Μιλάμε για πολιτική επιλογή με βαθύ κοινωνικό, περιβαλλοντικό και δημοκρατικό αποτύπωμα. Το σχέδιο «Εύρυτος» είναι ακριβώς αυτό: μια εκτροπή – όχι μόνο ποταμών, αλλά και θεμελιωδών αρχών.
Η αναφορά της βουλευτού Μαρίας Αθανασίου στη Βουλή, κατόπιν αιτήματος της «Επιτροπής Αγώνα ενάντια στο Σχέδιο ‘Εύρυτος’ και την εμπορευματοποίηση του νερού», φέρνει στο φως όσα η κυβέρνηση αποφεύγει επιμελώς να συζητήσει δημόσια. Πίσω από το πρόσχημα της λειψυδρίας –ένα πραγματικό αλλά σύνθετο πρόβλημα– επιχειρείται η υλοποίηση ενός γιγαντιαίου σχεδίου μεταφοράς υδάτων από τη Στερεά Ελλάδα προς την Αττική, με ανυπολόγιστες συνέπειες για το περιβάλλον, την τοπική οικονομία και τη βιωσιμότητα ολόκληρων περιοχών.
Η εκτροπή των ποταμών Κρικελλοπόταμου και Καρπενησιώτη προς τον Εύηνο και εν συνεχεία στον Μόρνο δεν είναι απλώς μια τεχνική λύση. Είναι μια βαθιά παρεμβατική πράξη σε υδρολογικά συστήματα, την οποία η ίδια η επιστημονική κοινότητα αντιμετωπίζει διεθνώς με εξαιρετική επιφύλαξη. Κι όμως, όπως καταγγέλλεται, αγνοήθηκαν εναλλακτικές προτάσεις: συντήρηση των δικτύων, αξιοποίηση όμβριων υδάτων, ανακύκλωση νερού, αναδασώσεις, έργα ορεινής υδρονομίας. Λύσεις δηλαδή φθηνότερες, ηπιότερες και οικολογικά τεκμηριωμένες.
Γιατί άραγε;
Η απάντηση που ψιθυρίζεται –και πλέον λέγεται ανοιχτά– είναι ότι το σχέδιο «Εύρυτος» δεν σχεδιάστηκε πρωτίστως για τις ανάγκες των πολιτών, αλλά για να εξυπηρετήσει ενεργοβόρες και υδροβόρες υποδομές, όπως τα data centers στην Αττική. Το νερό, από δικαίωμα, μετατρέπεται σε εισροή για επιχειρηματικά μοντέλα υψηλής κερδοφορίας. Και οι τοπικές κοινωνίες σε «παράπλευρες απώλειες».
Η κυβέρνηση μιλά για αντισταθμιστικά οφέλη. Όμως οι ίδιοι οι πολίτες τα χαρακτηρίζουν προσχηματικά και ασήμαντα μπροστά στην περιβαλλοντική υποβάθμιση, την απώλεια βιοποικιλότητας, τις επιπτώσεις στον τουρισμό, στη δασική ισορροπία και στην κτηνοτροφία. Και το σημαντικότερο: καμία σοβαρή διαβεβαίωση δεν έχει δοθεί ότι οι επιπτώσεις αυτές μπορούν να προβλεφθούν ή να αναστραφούν.
Εδώ ανακύπτει και το μεγαλύτερο ζήτημα: η δημοκρατία. Πώς λαμβάνονται τέτοιες αποφάσεις; Με ποια διαβούλευση; Με ποια περιβαλλοντική νομιμοποίηση; Η ίδια η αναφορά επισημαίνει την ανεπαρκή –κατά τους πολίτες– περιβαλλοντική νομοθεσία και την απουσία ουσιαστικού ελέγχου. Όταν το κράτος προχωρά σε έργα τέτοιας κλίμακας χωρίς κοινωνική συναίνεση και επιστημονική διαφάνεια, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικολογικό. Είναι βαθιά πολιτικό.
Δεν είναι τυχαίο ότι 1.500 πολίτες έχουν ήδη υπογράψει κατά του σχεδίου. Δεν είναι τυχαίο ότι η τοπική αυτοδιοίκηση και βουλευτές καλούνται να πάρουν θέση. Το νερό δεν ανήκει ούτε στην ΕΥΔΑΠ, ούτε στους εργολάβους, ούτε στα κυβερνητικά σχέδια επί χάρτου. Ανήκει στις κοινωνίες που ζουν δίπλα του και εξαρτώνται από αυτό.
Η αναστολή κάθε δράσης για το σχέδιο «Εύρυτος», όπως ζητείται, δεν είναι πράξη οπισθοδρόμησης. Είναι πράξη ευθύνης. Γιατί αν το νερό γίνει εμπόρευμα, τότε η δίψα –οικολογική και δημοκρατική– θα είναι μόνιμη.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν θα προχωρήσει το σχέδιο.
Το ερώτημα είναι ποιος αποφασίζει και για ποιον.



