Πέθανε, σε ηλικία 87 ετών η Μαρινέλλα, η μεγάλη ιέρεια του ελληνικού τραγουδιού και μια «φωνή» που σημάδεψε την καθημερινότητα των Ελλήνων.
Το ελληνικό τραγούδι είναι βάλσαμο για την ψυχή του κάθε Έλληνα και η Μαρινέλλα υπήρξε μία φωνή που σημάδεψε τις ζωές μας και τον τρόπο που ακούμε μουσική, τον τρόπο που αγαπάμε και ζούμε.
Η Μαρινέλλα, γεννημένη στις 20 Μαΐου 1938 ως Κυριακή Παπαδοπούλου, είναι μια από τις σημαντικότερες και πιο εμβληματικές τραγουδίστριες της ελληνικής μουσικής σκηνής.Με καριέρα έξι δεκαετιών, η Μαρινέλλα θεωρείται μία από τις πιο επιτυχημένες και αναγνωρίσιμες φωνές στην Ελλάδα.H μεγάλη τραγουδίστρια, που πίστευε ότι η ηλικία είναι μόνο ένας αριθμός, ήταν δραστήρια μέχρι την τελευταία ημέρα και είχε δηλώσει πως δεν καταλαβαίνει τους ανθρώπους που δεν ζουν κάθε στιγμή.
«Δεν με ενδιαφέρει η ηλικία. Ποτέ δεν με απασχόλησαν τα χρόνια μου. Για μένα η ημερομηνία γέννησης είναι απλώς ένας αριθμός για το ληξιαρχείο και τίποτα περισσότερο. Με θυμώνει που ο κόσμος σήμερα μονίμως γκρινιάζει. Κυριαρχεί μια μιζέρια, ένας οχαδερφισμός και φθόνος για τον διπλανό. Παρατηρώ ανθρώπους να περνά η ζωή δίπλα τους και αυτοί να κοιτούν στην αντίθετη πλευρά» είχε πει κάποτε σε συνέντευξή της στη Lifo.
Η Μαρινέλλα υπέστη αιμορραγικό εγκεφαλικό τον Σεπτέμβριο του 2024, την ώρα που τραγουδούσε στο Ηρώδειο και νοσηλεύτηκε σε κέντρο αποκατάστασης, όταν πήρε εξιτήριο από το νοσοκομείο.
Τα πρώτα βήματα
Η Μαρινέλλα γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 19 Μαΐου του 1938.
Στα 17 της, ακολούθησε ως ηθοποιός το θίασο της Μαίρης Λωράνς όπου έκανε περιοδεία σε όλη την Ελλάδα. Δίπλα της, οι ανερχόμενοι τότε ηθοποιοί Κώστας Βουτσάς και Μάρθα Καραγιάννη, αλλά και η Σόνια Δήμου, ο Γιάννης Τζαννετάκος και η χορεύτρια Ντέπυ Φιλοσόφου. Κάποιο βράδυ, η τραγουδίστρια του θιάσου αρρώστησε και η Μαρινέλλα, που ήξερε απ' έξω όλα τα τραγούδια, την αντικατέστησε.
Τραγούδησε το «Ο άνθρωπος μου» της Σοφίας Βέμπο, σε μουσική του Μενέλαου Θεοφανίδη και στίχους του Μίμη Τραϊφόρου, αλλά και το «Μαλαγκένια», γερμανικό τραγούδι της Κατοχής.
Η ζωή της με τον Στέλιο Καζαντζίδη
Τον Αύγουστο του 1957, συνδέθηκε με τον τραγουδιστή Στέλιο Καζαντζίδη τόσο στο πάλκο όσο και στη ζωή, ο οποίος πηγαίνοντας να συναντήσει τον Ζαφειρίου, την άκουσε να τραγουδάει ένα τραγούδι που εκείνος είχε πρωτοπεί λίγο νωρίτερα στη δισκογραφία, το τραγούδι «Το πιο πικρό ψωμί» του Γιώργου Μητσάκη.
Όταν η Μαρινέλλα τελείωσε το τραγούδι, ο Στέλιος Ζαφειρίου την σύστησε στον Στέλιο Καζαντζίδη.
Εκείνος της επισήμανε πως τραγουδά το λαϊκό με έναν δικό της τρόπο, λίγο ελαφρύ. Η γνωριμία τους συνεχίστηκε μέσα στη βάρκα του πατέρα της.
Και οι δύο αγαπούσαν πολύ τη θάλασσα και το ψάρεμα. Εκεί, ο Στέλιος Καζαντζίδης της ζήτησε να κανουν ντουέτο.
«Δεν ήταν πολύ ομιλητικός ο Στέλιος τότε. Μας γνώρισε ο Στελλάκης Ζαφειρίου. Λέω: "Φεύγω, σας χαιρετώ, γιατί το πρωί έχω ψάρεμα με τον πατέρα μου". Με το που ακούει ψάρεμα ο Καζαντζίδης, λες και κάτι τον τσίμπησε: "Ψαρεύεις; Έχετε βάρκα; Και πάτε οι δυο σας με τον μπαμπά σου; Μπορώ να έρθω κι εγώ;". "Μπορείς", λέω. Πήγα σπίτι κατά τις τέσσερις, ρώτησα τον πατέρα μου αν μπορεί να έρθει μαζί μας ένας τραγουδιστής που γνώρισα και γύρω στις έξι φύγαμε» είχε πει σε συνέντευξή της στην Καθημερινή για την γνωριμία της με τον μεγάλο λαϊκό τραγουδιστή.
Ο Καζαντζίδης και η Μαρινέλλα γνώρισαν απίστευτη δόξα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Τραγούδησαν στην Αμερική και στην Αυστραλία με επιτυχία, ενώ ηχογράφησαν τραγούδια σε πρώτη και δεύτερη εκτέλεση.
Οι διφωνίες που έκαναν μαζί, αποτελούν ακόμη και σήμερα αντικείμενο θαυμασμού, προσοχής και μελέτης.
Το 1960, η Μαρινέλλα και ο Στέλιος Καζαντζίδης, εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στον ελληνικό κινηματογράφο, συνολικά συμμετείχαν μαζί σε 10 ελληνικές ταινίες που άφησαν εποχή και έδειξαν το δρόμο και για άλλους να κάνουν κάτι παρόμοιο.